Οι...

Click here to load reader

  • date post

    13-Jul-2020
  • Category

    Documents

  • view

    5
  • download

    0

Embed Size (px)

Transcript of Οι...

  • Οι ε γκ λ ω βισ μ ε νΟι

  • Απαγορεύεται η αναδημοσίευση ή αναπαραγωγή του παρόντος έργου στο σύνολό του

    ή τμημάτων του με οποιονδήποτε τρόπο, καθώς και η μετάφραση ή διασκευή του

    ή εκμετάλλευσή του με οποιονδήποτε τρόπο αναπαραγωγής έργου λόγου τέχνης,

    σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2121/1993 και της Διεθνούς σύμβασης βέρνης-

    Παρισιού, που κυρώθηκε με το ν. 100/1975. επίσης απαγορεύεται η αναπαραγωγή

    της στοιχειοθεσίας, της σελιδοποίησης, του εξωφύλλου και γενικότερα όλης της

    αισθητικής εμφάνισης του βιβλίου, με φωτοτυπικές ή οποιεσδήποτε άλλες μεθόδους

    σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν.2121/1993.

    © Δημήτρης Οικονόμου & εκδόσεις Ίκαρος 2015 ISBN 978-960-572-086-5

  • Δημητρησ ΟικΟνΟμΟυ

    Οι ε γκ λ ω βισμε νΟι

    μυθιστόρημα

    ικΑρΟσ

  • Στον μικρό μου Έκτορα

  • Στο τέλος της αφύπνισης βρίσκεται το αποτέλεσμα που φτάνει με τον καιρό:

    αυτοκτονία ή αναθεώρηση.

    Αλμπέρ καμύ, Ο μύθος του Σίσυφου

  • 11

    η σιωπή πίσω τους

    Άκουσε το πρώτο λεωφορείο να περνά. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του να βεβαιωθεί πως ήταν ξύπνιος και μέσα στο σκοτάδι κοίταξε το ρολόι του, που φωσφόριζε αχνά. Πέντε και τέταρτο. Δεν είχε κλείσει μάτι όλη τη νύχτα. στριφογύρισε, τράβηξε κι άλλο την κουβέρτα προς τα πάνω και βολεύτηκε σε μια θέση μπρούμυτα, με το μισό κεφάλι κάτω από το μαξιλάρι. σε λίγο οι υπόλοιποι ήχοι της ημέρας θα τρύπωναν μέσα από τις γρίλιες της μπαλκονόπορτας και θα τον ανάγκαζαν να σηκωθεί: αυτοκίνητα, μηχανάκια, κόρνες, πλανόδιοι, μικροπωλητές, ζητιάνοι, άστεγοι. Όλοι έπρεπε να κάνουν κάποια φασαρία, να παραγάγουν κάποια δόνηση, να αποδείξουν ότι επιβίωσαν και μετά τη νύχτα αυτή, ότι παρέμειναν ζωντανοί την καινούργια μέρα, σαν να προσπαθούσαν να απαντήσουν όσο πιο δυνατά μπορούσαν στο αιώνιο ερώτημα τι μας ξημερώνει αύριο, ορίστε τι μας ξημερώνει, να ένα αύριο που μόλις ήρθε. και πουθενά καμία μουσική. καμία μελωδία. η τηλεόραση του τέταρτου, το καζανάκι του τρίτου, το πηγαινέλα του ασανσέρ, πόρτες

  • 12

    Δημητρης ΟικΟνΟμΟΥ

    που τρίζουν, φωνές ακατάληπτες, δυνατές, αγχωμένες, θό- ρυβοι απότομοι, άστατοι, σαν αναποφάσιστες κυματοσειρές, μικροί, μεγάλοι, απειλητικοί, ανήμποροι. Από το διπλανό διαμέρισμα το ξυπνητήρι θα διεκδικούσε το δικό του μερίδιο. Ο πατέρας του καμάλ μέσα στον ύπνο του θα τέντωνε το χέρι και θα του έδινε μια με την ανάστροφη της παλάμης, όμως εκείνο, πεισματάρικο, πιστό στο κουρδισμένο του καθήκον, θα επανερχόταν τρία λεπτά αργότερα. Θα σηκωνόταν τότε, θα το απενεργοποιούσε οριστικά, θα πήγαινε στο μέσα δω- μάτιο και θα έριχνε μια ματιά στον γιο του, που θα κοιμόταν ακόμα, θα τον σκέπαζε αν χρειαζόταν και θα κατευθυνόταν στο λουτρό για την τουαλέτα της ημέρας και, απαραιτήτως, για ένα μικρό ψαλίδισμα της γενειάδας. η ώρα πλησίαζε έξι και, αν επικέντρωνε την ακοή του και την κατεύθυνε στο διπλανό λουτρό, αν αυτοσυγκεντρωνόταν πολύ και βαθιά, θα μπορούσε μέχρι και να ακούσει το ανάλαφρο χραπ χραπ του ψαλιδιού.

    μη μιλάς δυνατά, να είσαι πάντα μετρημένος. με αυτήν τη φράση μεγάλωσε αυτός και ο αδερφός του. μη φωνάζεις, δεν είναι σωστό, τους έλεγε η μάνα τους κάθε που τους έντυνε και τους ετοίμαζε τα σάββατα για την παιδική χαρά, στο οικόπεδο της γωνίας, πολύ προτού το παραχωρήσει ο δήμος στην επιχείρηση πάρκινγκ. Παιδιά που γέλαγαν κι έπαιζαν, τσίριζαν και φώναζαν. Όλων των φυλών και όλων των χρωμάτων. Ανέβαιναν στην τσουλήθρα ανάποδα, σκαρφάλωναν στα ξύλινα σπιτάκια, έπαιζαν μπάλα, έκαναν κούνια. Ανακατεύονταν και αυτοί, αλλά με φόβο. μην τους παρασύρουν τα άλλα παιδιά και φωνάξουν δυνατά – μην τυχόν και στενοχωρήσουν τη μάνα τους. μη δίνεις αφορμές!

  • Οι εγκλωβισμενΟι

    13

    μπαμπά δεν είχαν, και οι αφορμές θα έμεναν ανυπεράσπι- στες, αναπάντητες, μπορεί και ασυγχώρητες.

    σηκώθηκε και άναψε το φως. η ώρα είχε πάει πια εφτά, και ο ήλιος είχε αρχίσει να υψώνεται με τη γνωστή αλα- ζονεία του. Φώτιζε επί δικαίων και αδίκων, επί ζωντανών και νεκρών, επί πλασμάτων αληθινών και της φαντασίας, έστελνε τις αχτίδες του αδιακρίτως σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, σε κάθε γωνιά και πετραδάκι, χωρίς να τον ενδιαφέρει το πού ή το σε ποιον, τι ήσουν, πού πήγαινες, ποιον είχες μαζί σου, τι κουβαλούσες μέσα σου. Αρκεί να έκανε τη δουλειά του. μόνο στα βάθη της θάλασσας και στις υγρές σπηλιές δεν πλησίαζε, εκεί ζούσαν άλλα πλά- σματα, μυστήρια, ανεξερεύνητα, χωρίς ήλιο και οξυγόνο, με δικούς τους κανόνες και δική τους ζωή. Ζέσταινε τη μέρα γιατί έτσι έπρεπε να κάνει, γιατί αυτό έκανε χρόνια τώρα, και δεν θα άλλαζε χούγια επειδή τυχαίνει εμείς να έχουμε μια κάποια ένσταση.

    Ανέβασε λίγο την ξύλινη γρίλια να μπει το πρώτο φως, προτού ξεκινήσει πάλι η βροχή, ίσα ίσα να καθαρίσει το κεφάλι, να σκοτωθούν τα μικρόβια και οι οργανισμοί της νύχτας, να πιστέψουν τα μάτια αυτό που άκουγαν τα αυτιά, ότι και πάλι είχε ξημερώσει, και πήγε με τη σειρά του να πλυθεί, όπως ο μπαμπάς του καμάλ, όπως όλοι οι κάτοικοι αυτής της πολυκατοικίας, ίσως και της διπλανής, μπορεί και της κάθε πολυκατοικίας, σίγουρα όμως των πλούσιων μονοκατοικιών που εκτείνονταν πέρα μακριά, στις δύο άκρες της πόλης, προς τη θάλασσα και το βουνό. κοίταξε τον εαυτό του στον κίτρινο καθρέφτη του λουτρού να σιγουρευτεί ότι δεν είχε αλλάξει, ότι παρέμενε ο ίδιος

  • 14

    Δημητρης ΟικΟνΟμΟΥ

    και οι ρυτίδες του δεν είχαν επεκταθεί σε όλο το πρόσωπο και ίσως στο κορμί του, όπως είχαν τρυπώσει χρόνια τώρα στην ψυχή. μυστήριο πράγμα οι ρυτίδες. εμφανίζονται ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση και